Σφοδρή κριτική στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για τη βαθμολογική εξέλιξη και την επιλογή προϊσταμένων άσκησε από το βήμα της Βουλής η βουλευτής Ηρακλείου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Ελένη Βατσινά επισημαίνοντας ότι η μεταρρύθμιση, αντί να θεραπεύει τις παθογένειες του σημερινού συστήματος, κινδυνεύει να τις αναπαράγει και να δημιουργήσει νέους αποκλεισμούς.
Κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών για την – μεταξύ άλλων - αναμόρφωση της βαθμολογικής διάρθρωσης, του συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και του συστήματος επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του δημόσιου τομέα, η βουλευτής στάθηκε στις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι αρμόδιοι φορείς και ανέδειξε συγκεκριμένες αντιφάσεις του νομοθετικού πλαισίου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Το ζήτημα δεν είναι αν χρειάζεται αλλαγή, αλλά ποια θα είναι η αλλαγή».
«Αποκλείεται μια ολόκληρη γενιά νέων επιστημόνων»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 28, επισημαίνοντας την αντίφαση μεταξύ του πάγιου συστήματος, με βάση το οποίο απαιτούνται τρία έτη υπηρεσίας και βαθμός Ε΄ για την ένταξη στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων, και της πρώτης εφαρμογής του συστήματος το 2027, όπου τίθενται αυστηρότερες προϋποθέσεις υπηρεσίας.
Όπως τόνισε, η ρύθμιση αυτή πλήττει κυρίως τη νέα γενιά επιστημόνων που εισήλθε στο Δημόσιο μετά το 2021, καθώς οι περιορισμένες προσλήψεις της προηγούμενης δεκαετίας δημιούργησαν ένα μεγάλο ηλικιακό και υπηρεσιακό κενό.
«Ο αποκλεισμός αυτός είναι αυτόματος, ανεξάρτητα από προσόντα, βαθμολογία ή απόδοση», υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι όποιος αποκλείεται από την πρώτη γραπτή εξέταση αποκλείεται στη συνέχεια και από τις προκηρύξεις θέσεων ευθύνης.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στους υπαλλήλους που μετατάχθηκαν πρόσφατα σε ανώτερη κατηγορία, επισημαίνοντας ότι η απόκτηση ανώτερου πτυχίου δεν μπορεί να οδηγεί στην ακύρωση της προηγούμενης υπηρεσιακής τους εμπειρίας. «Δεν τιμωρούμε λοιπόν μόνο μια γενιά. Τιμωρούμε και την ίδια την επιδίωξη για μόρφωση και εξέλιξη» - σημείωσε χαρακτηριστικά η κ.Βατσινά.
Κριτική άσκησε επίσης στη μοριοδότηση της άσκησης καθηκόντων ευθύνης, η οποία, όπως σημείωσε, έχει πολλαπλάσια βαρύτητα από τα τυπικά προσόντα. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη βουλευτή, γίνεται ακόμη μεγαλύτερο καθώς ο χρόνος άσκησης καθηκόντων ευθύνης προσμετράται χωρίς να διαφοροποιείται εάν ο υπάλληλος τοποθετήθηκε με κανονική διαδικασία επιλογής ή απλώς με ανάθεση.
«Αυτός που κατέχει σήμερα τη θέση αποφασίζει ποιος θα έχει δικαίωμα να τη διεκδικήσει αύριο»
Η βουλευτής ανέδειξε ακόμη τον ρόλο της αξιολόγησης στην υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς για την άνοδο σε βαθμό απαιτείται θετική κρίση του αξιολογητή και επάρκεια σε συγκεκριμένες δεξιότητες. Όπως επισήμανε, όταν ο αξιολογητής είναι ο ίδιος ο προϊστάμενος, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις έχει τοποθετηθεί με ανάθεση, δημιουργείται ένας κύκλος εξάρτησης: «Αυτός που κατέχει σήμερα τη θέση αποφασίζει, στην πράξη, ποιος θα αποκτήσει το δικαίωμα να τη διεκδικήσει αύριο» - υπογράμμισε.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα άρθρα 98 και 99, τα οποία, όπως σημείωσε, προστέθηκαν μετά τη δημόσια διαβούλευση και εισάγουν ειδικές ρυθμίσεις για το ΑΣΕΠ και τη Γενική Γραμματεία Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης.
Η βουλευτής αναγνώρισε ότι υπάρχει αιτιολόγηση για την ειδική μεταχείριση των υπαλλήλων του ΑΣΕΠ, λόγω της συμμετοχής τους στη διοργάνωση του διαγωνισμού, έθεσε όμως ευθέως ερώτημα για τη διαφορετική μεταχείριση της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, λέγοντας: «Είτε έπρεπε να ισχύσει το ίδιο για όλες τις ανάλογες επιτελικές δομές του κράτους, είτε για καμία.»
«Το πιο κρίσιμο βήμα δεν μπορεί να παραμένει πολιτική επιλογή»
Σημαντικές ενστάσεις διατύπωσε και για το τελικό στάδιο επιλογής και τοποθέτησης των προϊσταμένων. Όπως υπογράμμισε, ακόμη και όταν η μοριοδότηση είναι αντικειμενική, το τελικό στάδιο αφήνει σημαντικό περιθώριο υποκειμενικής κρίσης στον αρμόδιο Υπουργό ή επικεφαλής, τόσο ως προς την κατανομή των υποψηφίων στις θέσεις όσο και σε περίπτωση ισοβαθμίας.
Η βουλευτής στάθηκε ιδιαίτερα και στις αλλαγές στον εισαγωγικό διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, επισημαίνοντας ότι η βαρύτητα της προφορικής εξέτασης αυξάνεται από 12,5% σε 34%, χωρίς δημοσιευμένα αντικειμενικά κριτήρια.
Όπως τόνισε, πρόκειται για αλλαγή που βρίσκεται στον αντίποδα της φιλοσοφίας με την οποία δημιουργήθηκε ο θεσμός: «Μια εξέταση μίας ώρας που κρίνει το 1/3 της βαθμολογίας, χωρίς κριτήρια, είναι η αντίστροφη λογική από αυτή που γέννησε τον θεσμό» - είπε χαρακτηριστικά η κ.Βατσινά, ενώ παράλληλα, αναφέρθηκε στη νέα σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμού και στην ανάγκη διατήρησης ισχυρών θεσμικών αντιβάρων.
Αναφερόμενη στην προσπάθεια προσέλκυσης μηχανικών, πληροφορικών και οικονομολόγων στο Δημόσιο, η βουλευτής υπογράμμισε ότι η δέσμευση θέσεων δεν αρκεί. «Το πρόβλημα είναι ο μισθός», ανέφερε, σημειώνοντας ότι όσο παραμένει μεγάλη η μισθολογική απόσταση από τον ιδιωτικό τομέα, καμία ποσόστωση δεν πρόκειται να καταστήσει το Δημόσιο ανταγωνιστικό για τους νέους επιστήμονες.
Οι προτάσεις
Κλείνοντας την παρέμβασή της, η κ.Βατσινά κατέθεσε συγκεκριμένες βελτιωτικές προτάσεις:
-
Εναρμόνιση της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 28 με το πάγιο τριετές κριτήριο.
-
Πρόβλεψη πραγματικής υπηρεσιακής εξέλιξης για υπαλλήλους υψηλής εξειδίκευσης.
-
Αύξηση της βαρύτητας των τυπικών προσόντων.
-
Πλήρης αιτιολόγηση της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 99.
-
Θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων στην τελική τοποθέτηση προϊσταμένων.
-
Επανεξέταση της βαθμολογικής υποβάθμισης όσων δεν επανεπιλέγονται.
-
Επανεξέταση του συστήματος της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
-
Δραστική μείωση της βαρύτητας της προφορικής εξέτασης για την εισαγωγή στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.
«Μερικές από τις απαιτούμενες παρεμβάσεις δεν κοστίζουν τίποτα, παρά μόνο λίγη ειλικρίνεια παραπάνω», κατέληξε σκωπτικά η βουλευτής.